
Οι ναυαγοί του «Δαναός» αποβιβάζονται από
το ναυαγοσωστικό στο λιμάνι του Cherbourg.Από την εφημερίδα La Presse de la Manche, dimanch 3 et Lundi 4 Decembre 1978(Το βέλος δείχνει το Γιώργο Εχέδωρο)
SOS από το "Δαναός"τριάντα χρόνια μετά
3 Δεκεμβρίου 19783 Δεκεμβρίου 2008
Γράφει ο Γιώργος Εχέδωρος« Τη φωτιά θρέψε... ρίξε τα όνειρά μου
κάθε πόθο και σκέψη μου κρυφή
ρίξε και κάθε αμαρτωλή χαρά μου
Κάθε λαχτάρα, κάθε απαντοχή.»‘Η στερνή φλόγα’. 1954 Μαρίνου Σιγούρου. Είχε μπει ο Δεκέμβρης. Σε μέρες, πια, μετρούσαμε την αλλαγή του χρόνου. Το 1978 θα γινόταν παρελθόν!...
Ταξίδευα οκτώ μήνες με το 'Δαναός'.
Καραϊβική, Λατινική Αμερική, Continent.
Μεταφέραμε ηλεκτρικά, ηλεκτρονικά, μαγιά μπύρας κλπ. Επιστρέφαμε φορτωμένοι με nuts Αμαζονίου.
Μετά το Belem, τραβούσαμε κόντρα στο ρεύμα του ποταμού, χίλια χιλιόμετρα μέσα στον Αμαζόνιο. Αφήσαμε τη λήθη να μας καταπιεί. Ο ήλιος μας έκαψε, γίναμε κομμάτι των ιθαγενών. Έτσι νομίζαμε..
«Στον ισημερινό αφήσαμε τις ψυχές μας
λεύτερες στον ήλιο
κι εκείνος μας τις έκαψε.
Τον προσπεράσαμε έντρομοι
κι όταν βόρεια ανεβήκαμε
στο φως θαλασσινού αφρού
μέσα σε αλλόκοτη μορφή βροχής
τις βρήκαμε παγωμένες»
‘Σύννεφα’ (2008. Μικρές εκδόσεις –Γιώργος Εχέδωρος)Ώσπου άλλαξε ο ναύλος. Τελευταίο ταξίδι. Από το Belem του Αμαζονίου στο Λίβερπουλ.
Σε όλο το ταξίδι σέρναμε τις αναμνήσεις από τη πρύμνη.
Κατήφεια.
Από τον καπετάνιο μέχρι τον τελευταίο ναύτη.
Εμείς δεν κάναμε εμπόριο. Δεν παίζαμε χρηματιστήριο. Δε ναυλώναμε, δε νοικιάζαμε.
Το καράβι για μας ήταν μια προέκταση του εαυτού μας.Ο καπετάνιος και ο δεύτερος μηχανικός ξεμπάρκαραν στο Λίβερπουλ.
“Μας διώχνει το καράβι”, είπαν. Ήθελα κι εγώ να ξεμπαρκάρω. Με συγκράτησε ο Δημήτρης και η Ολλανδέζα γυναίκα του, η Μαρί Άν.
“Κάθησε, ίσως αλλάξουν τα πράγματα...»
Δύο η ώρα ξημερώματα Κυριακή, 3 Δεκεμβρίου 1978, με φώναξε ο καπετάνιος.
Ορατότητα μηδέν. Παγετός. Το θερμόμετρο έδειχνε μείον τέσσερις βαθμούς Κελσίου. Ο καιρός είχε οκτάρι. Σαλπάραμε άδειοι από το Λίβερπουλ.
Προορισμός Γύδνια Πολωνίας.
Σαν καρυδότσουφλο πηγαίναμε.
Ξενέριζε η προπέλα και τρανταζότανε όλο το σκάφος.
Μου ζήτησε να δω το ραδιογωνιόμετρο.
Να βγάλουμε στίγμα.
Το ραντάρ δεν ήταν αρκετό.
Πήραμε τις ευθείες. Ήμασταν στο δεξιό ρεύμα του Εnglish channel. Σκιαγράφονταν έξι-επτά κουκίδες στο ραντάρ. Βρισκόμασταν βόρεια του Cherbourg. Καταμεσίς στη Manche.
“Δε μ' αρέσει η κίνηση...”, είπε ο καπετάνιος σημαδεύοντας το στίγμα μας στο χάρτη.
Είχα ένα κακό προαίσθημα.
Άφησα τον ασύρματο
stand by, για κάθε ενδεχόμενο.
Το συνήθιζα όταν είχε άσχημα καιρό.
“ Δε μ' αρέσει αυτός...” άκουσα τον καπετάν Βασίλη και έδειξε μια κουκίδα στην οθόνη που ολοένα δυνάμωνε με πορεία προς εμάς.
Φαίνεται πως έδειχνα κουρασμένος. Τον άκουσα να με παροτρύνει:
“Πήγαινε να ξεκουραστείς. Όσο μπορείς, δηλαδή, με αυτόν τον παλιόκαιρο...”
Το καράβι σείονταν πλώρα - πρύμνα και όπως ήταν άδειο τραντάζονταν ολόκληρο.
Πήγα στην καμπίνα μου με τη σκέψη πως, ίσως, ήταν υπερβολικά, τα λόγια του μάστρο Νίκο, πως με τέτοιο κωλόκαιρο τα άδεια καράβια κόβονται στη μέση.
Ξεντύθηκα. Δεν πέρασαν δύο λεπτά. Άκουσα τρομακτικό θόρυβο και το καράβι κουνήθηκε σα παιχνίδι. Χτύπησα το κεφάλι μου στον μπουλμέ. Τινάχτηκα. “Κόπηκε;”, αναρωτήθηκα.
Χωρίς δεύτερη σκέψη πετάχθηκα έξω. Είδα τη σκάλα που ανέβαινε στη γέφυρα να παραμορφώνεται και να γίνεται θρύψαλα.
Έτρεξα στην έξοδο της πρύμνης.
Βγήκα. Ήμουν ξυπόλητος.
Η λαμαρίνα γλυστρούσε. Είχε πιάσει πάγο.
Φορούσα μόνο το σλιπάκι. Σκαρφάλωσα στη γέφυρα.
Έπρεπε να πάω με οποιοδήποτε τίμημα στον ασύρματο. Ακόμη δεν ήξερα τι είχε συμβεί. Θυμόμουν όμως το στίγμα που έβγαλα πριν δέκα λεπτά: 50. 04΄. 29΄΄ Βόρεια, 01.48΄.18΄΄ Δυτικά.
Ξαφνικά είδα τι έγινε.
Ένα μεγάλο φορτηγό μας είχε χτυπήσει στη γέφυρα. Κόντευε να μας κόψει στα δύο. Φοβήθηκα πως θα βουλιάζαμε αμέσως. Θα πήγαινε το καράβι αύτανδρο. Δεν θυμάμαι πως , μπήκα στο δωμάτιο του ασυρμάτου.
Άκουσα τον καπετάνιο να ουρλιάζει:
“ Μαρκόνι, Γιώργο SOS, Γιώργο στείλε SOS”!...
Ούρλιαζε ο καπετάν Βασίλης, χωρίς να με βλέπει.
Σε μια στιγμή τον είδα με αίματα στο πρόσωπο.
Έστειλα:
“SOS fm Danaos. Collision. Our position .... Save Our Souls”!
Ήταν ο2:22 το πρωί. Θα μας άκουγε κανείς;
Πρώτο απάντησε το Νiton Radio. Ζήτησε πληροφορίες. Απάντησα βιαστικά, ότι μπορούσα να ξέρω. Δεν γνώριζα αν ήδη υπήρχαν άνθρωποι στη θάλασσα!
Ξαφνικά είδα τα τοιχώματα του δωματίου του ασυρμάτου να υποχωρούν βίαια και να πέφτουν επάνω στον ασύρματο. Τινάχτηκα έξω. Το δωμάτιο του ασυρμάτου καταστράφηκε ολοσχερώς. Προς το παρόν είχα γλυτώσει.
Πήγα προς τις σωσσίβιες λέμβους καθώς έβλεπα το ξένο καράβι να χτυπάει με λύσσα στη γέφυρα του 'Δαναού'.
Ήταν αδύνατο να κατέβουν οι βάρκες. Είχαν πιάσει ένα ισχυρό στρώμα πάγου.
Το “Δαναός” άρχισε να γέρνει. Άρχισα να φωνάζω το πλήρωμα να ανέβει στο κατάστρωμα της γέφυρας.
Μου ήρθε μια ιδέα.
Να σαλτάρουμε στο ξένο καράβι που έδειχνε ανέπαφο. Αποδείχθηκε πως ήμουν τρομερά ψύχραιμος.
( “Είσαι ψύχραιμος ή απαθής;” με είχε ρωτήσει ένας Άραβας στη Βασόρα, καθώς βγάζαμε τα πτώματα δύο ναυτικών από τον Ευφράτη. Πίστευα πως ήμουν 'λογικός'. Ταξιδεύοντας οφείλεις να είσαι έτοιμος για τα πάντα)Ο καπετάνιος με καταματωμένο πρόσωπο από θραύσματα της γέφυρας, φώναζε ακόμη να στείλω το SOS... Είχε πάθει σοκ.
Ανέβηκα στο πιο ψηλό σημείο του καραβιού. Φώναζα να με ακολουθήσουν. Τους έπιανα από τα χέρια και τους τραβούσα. Η πλώρη του ξένου καραβιού είχε κολλήσει στην κεραία του ραντάρ μας. Ήταν ευκαιρία να πηδήξουμε στο ξένο καράβι.
Η Άν Μαρί, η γυναίκα του υποπλοίαρχου, ξαφνικά άρχισε να φωνάζει. Είχε ξεχάσει τις μπότες, που αγόρασε στο Λίβερπουλ, στην καμπίνα της. Της έδωσα ένα δυνατό χαστούκι για να συνέλθει και την τράβηξα από την ωμοπλάτη στο πάνω deck.
Ξαφνικά το ξένο καράβι άρχισε να τρίζει εκκωφαντικά επάνω στην γέφυρα του “Δαναού”. Θα ξεκολλούσε. Έπρεπε πάσει θυσία να πηδήξουμε επάνω του. Ακούστηκε ένα κρακ και ανοίχτηκε μεταξύ των καραβιών χάσμα ενός μέτρου. Ανάμεσα στα δύο καράβια ήταν η άβυσσος...
Πρώτος πήδηξε ο ανθυποπλοίαρχος. Ένα παλικάρι από την Κάρυστο. Ξετύλιξε έναν κάβο και μας τον πέταξε. Τον δέσαμε στην κεραία του ραντάρ.
Ξαφνικά ο μάγειρας φώναξε πως ξέχασε τη φωτογραφία της γυναίκας του στην καμπίνα. Πρόσταξα να τον σταματήσουν, δεν τον πρόλαβαν.
Κατέβηκε βιαστικά το deck.
Πήδηξα κι εγώ στο άλλο καράβι. Πιάστηκα από τα ρέλια. Φαίνεται πως είχα χτυπήσει στον αγκώνα. Με πονούσε τρομερά. (
μετά διαπίστωσα πως είχε σπάσει).
Τα δυο καράβια χτυπιόντουσαν μεταξύ τους σα μαλωμένα. Τα κύματα γιγάντωναν ολοένα.
Το χάσμα μεταξύ των καραβιών είχε φτάσει το ενάμισι μέτρο. Η πλώρη του ξένου καραβιού έξυνε συνέχεια τη γέφυρα του Δαναού. Όπου νάταν θα ξεκολλούσε.
Ένα δυνατό κύμα σκαμπίλισε το “Δαναός” και το ξεκόλλησε από το ξένο καράβι, που στα πλαϊνά της πλώρης του είδαμε το όνομά του: “
Satsuma”.Ο καπετάν Βασίλης και εγώ τραβήξαμε για τη γέφυρα του ξένου καραβιού. Μπήκαμε στο accommodation. Σιγή.
Ανεβήκαμε τις εσωτερικές σκάλες.
Φθάσαμε στη γέφυρα.
Το όργανα δούλευαν κανονικά.
Ψυχή όμως δεν υπήρχε.
Το πλοίο ήταν στον ...αυτόματο πιλότο!
Είδαμε μέσα στη νύκτα το “Δαναός” σκοτεινό. Είχε πάρει μεγάλη κλίση και το παράσερναν άψυχο τα κύματα, χανότανε σα μπαλόνι στο πέλαγος.
Μπήκα στον ασύρματο του “Satsuma” και ενημέρωσα το Niton Radio για τα γεγονότα. Το Niton αναμετέδωσε με SOS όσα του είπα.
Ξαφνικά είδαμε έναν ξανθό άνδρα να μπαίνει στη γέφυρα. Μόλις μας είδε, έπεσε ο δίσκος με τον καφέ που κρατούσε.
Ήταν ο καπετάνιος του “Satsuma”. Δεν είχε καταλάβει τίποτε.
Σε δύο λεπτά έκανε την εμφάνισή του και ο ασυρματιστής του “Satsuma”. Ήταν Πακιστανός. Με είδε με το σλιπάκι και ήταν έτοιμος να λιποθυμήσει.
Στο “Δαναός” έμειναν εγκλωβισμένα τρία άτομα. Ο μάγειρας και άλλα δύο παιδιά, μουσουλμάνοι από την Κομοτηνή.
Ευτυχώς δεν βούλιαξε. Ο κακομοίρης ο μάγειρας έκαιγε όλο το βράδυ τις χάρτινες λίρες του για να δούμε ότι ήσαν ζωντανοί.
Ευτυχώς τους μάζεψε ένα παναμέζικο ναυαγωστικό. Είχανε καεί τα τρία δάχτυλα του δεξιού του χεριού. Μπόρεσε να μιλήσει την επόμενη το βράδυ αφού ήπιε μονοκοπανιάς ένα μπουκάλι τζώνι που μας πρόσφερε το ξενοδοχείο που μας φιλοξένησε.
«Τα κύματα έρχονταν μαντατοφόρα
εκείνο το βράδι
Κι εμείς γελούσαμε
λέγοντας για ιστορίες των λιμανιών
κατόπιν σιωπούσαμε
να ακούσουμε το φοβερό μαντάτο
Αυτό που τα κύματα έσερναν
από τη μύτη του σταυρού
-την τραμουντάνα»Σύννεφα’ (2008. Μικρές εκδόσεις –Γιώργος Εχέδωρος)